Τοπαρλάκη
Μάρα
δημοσιογράφος
της Ε.Ρ.Τ και Νομαρχιακή σύμβουλος Θεσσαλονίκης
Καλησπέρα σε όλους σας,
Θα κάνω χρήση τηλεοπτικού χρόνου, δηλαδή περί το ένα
λεπτό και είκοσι δεύτερα. Παρακαλώ να με χρονομετρήσετε.
Για πολλούς λόγους. Μια μεγάλη προνομία σε αυτές τις
διαδικασίες είναι το επίθετο σου να ξεκινάει από τα
τρία πρώτα γράμματα της αλφαβήτου. Το δικό μου αρχίζει
από Τ. Είμαι σχεδόν από τους τελευταίους ομιλητές.
Δεν μπορώ καν να κάνω χρήση του επιθέτου του συζύγου
μου, αρχίζει επίσης Τ, είναι Τσιρογιάννης. Είμαι χαμένη
από χέρι. Επέλεξα, το θεωρώ φυσιολογικό να έχω κάνει
τον ίδιο ακριβώς πρόλογο με τον κ. Γιομπαζολιά, γιατί
πραγματικά όταν ένας δημοσιογράφος απευθύνεται στην,
ούτως αποκαλούμενη κοινή γνώμη, επιχειρώντας να την
πείσει ότι πρωτοστατεί, όπως μου δώθηκε η χαρά και
η τιμή να κάνω εγώ, σ’ ένα υγιές εγχείρημα για την
προστασία της από τα μέσα ενημέρωσης, δημιουργεί μάλλον
αμηχανία, νιώθω πάρα πολύ αμήχανη. Τούτο διότι η ιδιότητά
μας έχει ταυτιστεί με την χειραγώγηση της κοινής γνώμης
και το χειρότερο με κίνητρα ή κατόπιν κινήτρων που
εδράζονται στην ιδιοτέλεια, την εξάρτηση, τον δόλο,
τον ανταγωνισμό μεταξύ ημών και των μέσων στα οποία
προσφέρουμε υπηρεσίες, στον εύκολο πλουτισμό, ακόμα
την άγνοια, την πιο επικίνδυνη ημιμάθεια, την επιβολή
και την προάσπιση εργοδοτικών συμφερόντων, την ατομική
μας προβολή. Οι δημοσιογράφοι είναι σταρ και άρα πρέπει
να συντηρούν τον μύθο τους με κάθε μέσο, με κάθε τρόπο.
Λοιπόν, μήνυμα δεν υπάρχει, λέει μία αρχή της επιστήμης
της επικοινωνίας, εάν δεν υπάρχει παραλήπτης. Επειδή
λοιπόν δεν υπάρχει μήνυμα, δεν υπάρχει παραλήπτης. Επειδή
τα μηνύματα, πλέον, δεν προκύπτουν από αυτό που μάθαμε
ότι θα έπρεπε να μας βοηθά για να προκύπτουν μηνύματα,
να καταγράφουμε λέμε τα γεγονότα, αλλά πλέον τα μηνύματα
δημιουργούν γεγονότα, όταν διοχετεύονται με τον κατάλληλο
τρόπο και αυτό γίνεται προς επικοινωνιακή κατανάλωση.
Και επειδή ελάχιστοι από μας που μιλήσαμε σήμερα ή ακούσαμε,
συμμετείχαμε με οποιοδήποτε τρόπο σ’ αυτή τη θαυμάσια
ευκαιρία που δίνετε να συζητήσουμε, επειδή κανένας σχεδόν
από εμάς δεν έχει την πολυτέλεια πια να αγνοεί ότι το
περιβάλλον ηθικό, κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό ή και
πολιτιστικό, στο οποίο έχουμε επιλέξει να δαπανήσουμε
την ενέργεια των δράσεων και των επιλογών μας είναι πλασματικό
,το ξέρουμε αυτό είναι ανώφελο να συνεχίζουμε να το συζητάμε,
νομίζω ότι είναι καιρός να αρχίσουμε να παίρνουμε μέτρα.
¶ρα υποδεικνυόμαστε και όλοι ως συνυπεύθυνοι για την
πλήρη ανελευθερία στην οποία έχουμε καταδικάσει την διακίνηση
της γνώσης. Και σκεφθείτε την γνώση σαν ένα προϊόν το
οποίο αγωνιστήκαμε να κατακτήσουμε, αγωνιστήκαμε να καταστήσουμε
κοινό αγαθό. Το μόνο αξίωμα που εγώ γνωρίζω και που μέχρι
σήμερα δεν έχει αμφισβητηθεί από κανέναν, είναι ότι η
γνώση είναι δύναμη. Εάν δεν συνέβαινε αυτό, αν έτσι δεν
ήταν τα πράγματα, τόσο απλά, τότε το σύστημα δεν θα είχε
αναλωθεί στην εδραίωση απρόσβλητων συστημάτων ελέγχου
της γνώσης και των δυνατοτήτων διάδοσης, διάχυσης, διακίνησης
και διαχείρησης. Και εμείς συμμετέχουμε σ’ αυτό. Κατ’
εξοχήν εμείς οι επαγγελματίες του χώρου, αλλά και όλοι
εσείς οι υπόλοιποι.
Εγώ θα σας πώ, ενδεχομένως, κάτι που δεν ακούστηκε μέχρι
τώρα, το ίδιο και ως πολιτικό πρόσωπο. Δεν είναι κανένας
αθώος σ’ αυτήν την ιστορία. Και δεν πρόκειται σε καμία
περίπτωση, εγώ τουλάχιστον, να ομοιοποιήσω την κοινή
γνώμη, η οποία δεν είναι μια, ένα άμορφο τίποτα, στο
οποίο δεν μπορεί να υπολογισθεί η καταγωγή, η προέλευση,
η μόρφωση, η κοινωνική του ανάδειξη, η καθημερινή του
ενασχόλησή. ¶ρα έχει ευθύνες εάν καταπίνει αμάσητα αυτά
που της προτείνουν και τις περισσότερες φορές τα επιβραβεύει
με εξαιρετικές τηλεθεάσεις, ομολογώ, αφού και τα δικά
σας πυρά επικεντρώθηκαν μόνον στην τηλεόραση. Αλλά, αν
δεν με απατά η μνήμη μου κ. Διαμαντίδη, στη δική σας
περίπτωση είχε πρωτοστατήσει μια εφημερίδα. Κάνω λάθος;
Θα επιθυμούσα, λοιπόν, να μην αφορίζετε με τόσο μεγάλη
άνεση την τηλεόραση όταν μιλάμε για μέσα ενημέρωσης.
Θα τα συμπεριλαμβάνουμε όλα.
Αφελώς, λοιπόν, όλοι εμείς, που είμαστε υπεύθυνοι -όλοι
όμως- μέχρι πρότινος είχαμε θεωρήσει ότι ο ασφυκτικός
αυτός έλεγχος, που υιοθετήθηκε από τα κέντρα αποφάσεων,
αφορούσε σε θέματα μείζονος κλίμακας, θέματα που κινούνται
σε πεδία προνομιακά όπως είναι η πολιτική, η οικονομία,
πεδία άσκησης εξουσίας, με τρόπο άμεσο, με τρόπο brutale.
Δεν είναι έτσι όμως. Σήμερα έχουμε όλοι κατανοήσει ότι
η καθημερινότητά μας έχει υποστεί δραματικές αλλοιώσεις
σ’ όλες της τις παραμέτρους ή κάνω λάθος; Ακόμα και στα
πιο ασήμαντα, σε πιο ασήμαντης κλίμακας καθημερινές μας
ενασχολήσεις ή δραστηριότητες. Και αυτό είναι προϊόν,
είναι δημιουργία ανάλογων προτύπων που έχουμε είτε κάποιοι
από μας προωθήσει, είτε κάποιοι άλλοι υιοθετήσει. Δεν
είναι κανένας άμοιρος της ευθύνης του σε αυτήν την περίπτωση.
Και για τον λόγο αυτό, ανεξάρτητα από το ποιος τα δημιούργησε,
από ποιος τα προώθησε και τα καθιέρωσε, όλοι οι υπόλοιποι,
αν αναλογισθείτε, έχουμε παραδοθεί αμαχητί. Πρέπει να
είμαστε όλοι αδύνατοι γιατί μόνον έτσι είμαστε όμορφοι.
Πρέπει να βγάζουμε όλοι πάρα πολλά λεφτά, γιατί μόνον
έτσι είμαστε επιτυχημένοι. Υπάρχουν πάρα πολλά κοινωνικά
τέτοια στάνταρ. Πρέπει να έχουμε συγκεκριμένα αυτοκίνητα,
πρέπει τα παιδιά μας, αν είναι ευτυχή, δημιουργικά, να
γίνουν, π.χ μαραγκοί, ψαράδες; όμως όχι θα πρέπει απαραιτήτως
να γίνουν επιστήμονες. Υπάρχουν διάφορα τέτοια κλισέ,
στα οποία -όταν δεν έχουμε συνεισφέρει- πάντως έχουμε
παραδοθεί. ¶ρα και οι χειραγωγούμενοι, αναρωτιέμαι, σε
ποιο ποσοστό, όταν δεν επινοούν,δεν επιβραβεύουν, πάντως
ενθαρρύνουν και υιοθετούν την χειραγώγηση, αφού είναι
η αταβιστική μας ανάγκη να υιοθετούμε αγελέες συμπεριφορές,
υποθέτω γιατρέ. Ό,τι κάνουν όλοι οι άλλοι, κάνουμε και
εμείς. Όπως κάνουν οι άλλοι, θα κάνουμε κι’ εμείς. Αυτό
φαντάζομαι υπέθεσαν όσοι ενεπνεύσθησαν το δημοψήφισμα.
Αφού αυτή είναι καταγεγραμένη, η συμπεριφορά των μαζών,
άρα θα βγούν οι ταγοί και οι υπόλοιποι θα ακολουθήσουν.
Εδώ είχαμε μια χαριτωμένη διαφοροποίηση, δεν συμφωνείτε;
της κοινής γνώμης. Εγώ πιστεύω λοιπόν -και θέλω να με
συγχωρήσετε- δεν επιθυμώ να προσβάλλω κανέναν, εάν, όπως
ανέφερα και πριν, η κοινώς αποκαλούμενη κοινή γνώμη,
δηλαδή σήμερα αν το καλοσκεφτείτε, γιατι εμείς είμαστε
εδώ; κακά τα ψέματα, δεν είμαστε ο μέσος όρος των όσων
συνιστούν την κοινή γνώμη. Όσοι μπαίνουν στον κόπο και
στην διαδικασία ν’ αντιμετωπίσουν τα αδιέξοδα των Αθηνών
και να μπουν στην περιπέτεια της διαδρομής για να φθάσουν
ως εδώ, όπως κάναμε εμείς από το Πάτημα Χαλανδρίου και
διαθέσαμε περισσότερο από μία ώρα, είναι λίγο περισσότερο
σκεπτόμενοι από όσο πραγματικά θα ήθελαν εκείνοι που
διαμορφώνουν. Και το μόρφωμα το αποκαλούμε κοινή γνώμη,
το οποίο έχει εξαιρετικές συνέπειες. Ας πούμε, έχει αυτή
τη χυδαιότητα ως συνέπεια που ονομάζεται πολιτικό κόστος
και στο οποίο έχουμε όλοι υποκλιθεί και το υφιστάμεθα.
Λοιπόν, εάν η ούτως αποκαλούμενη κοινή γνώμη, ό,τι δηλαδή
συνιστά την επιτομή κατά το πλείστο της άγνοιας, της
ανέχειας, με την σαλαμοποίηση των δύο τρίτων της κοινωνίας
σήμερα, της παραίτησής μας από διεκδικήσεις, όλων μας,
της αδιαφορίας, του μερικού –έστω- ευδαιμονισμού, της
απληστίας, της ματαιότητας, του εφήμερου, της πρόκλησης
«προκαλώ άρα φαίνομαι άρα υπάρχω», της αδιαλλαξίας, της
υποχώρησης εννοιών και αξιών και της ελλειματικής αντίληψης
γενικότερα, με ελάχιστες καταγεγγραμένες εστίες προβληματισμού.
Εάν, αυτή η κοινή γνώμη αποφασίσει ότι δεν επιθυμεί πια
να συμπεριφέρεται έτσι, τότε το Παρατηρητήριο, όλοι εμείς
που είμαστε εδώ και εύχομαι χιλιάδες περισσότεροι, δεκάδες
χιλιάδες, έχουμε ένα λόγο ύπαρξης σοβαρό. Για το λόγο
αυτό, σημαντικότερο και από το να ενημερωθεί η κοινή
γνώμη για την ύπαρξή μας, θεωρώ, ότι είναι να ενημερωθεί
ούτως ή άλλως, να ενθαρρυνθεί ώστε να μην αδικεί τον
εαυτό της περιορίζοντάς τον στο ρόλο του γραφικού πλέον
ρεπορταζιακού αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος γι’ αυτά τα σαράντα
δεύτερα θα έδινε και την ψυχή του ακόμα. Δεν πιστεύω
ότι υπάρχουν αθώοι σε αυτήν την ιστορία. Δεν είναι κανένας
αθώος και αυτό κάνει τα πράγματα δυσκολότερα.
Επιτρέψτε μου σε σαράντα δεύτερα να αναφερθώ σ’ ένα παράδειγμα,
σε μια παρατήρηση σε σχέση με το Κυπριακό. Υπήρχαν δύο
συμφωνίες, που εφαρμόζονται ήδη, με δυσμενή αποτελέσματα
για τις περιοχές και τις πληθυσμιακές ομάδες που τις
υφίστανται. Η μία έχει εφαρμοστεί στη Βοσνία, είναι η
συμφωνία του Μπέιτον, η δεύτερη στο Κοσσυφοπέδιο, κάλυψα
τον πρώτο πόλεμο. Κανένας από εμάς τους δημοσιογράφους
δεν έκανε καμία αναφορά σε κανένα μέσο ενημέρωσης, και
ξέρετε γιατί; Διότι παρά τα αποτυχημένα μοντέλα που έχουν
εφαρμοστεί εκεί, δεν είναι καν επιτυχή αυτά, κανένα από
αυτά τα δύο μοντέλα δεν περιελάμβανε τις χυδαιότητες
που περιλάμβανε η σύμβαση Ανάν. Και θέλω να καταθέσω
και μερικές απορίες γιατί αφού αποφασίσαν ότι με κάποιο
τρόπο πρέπει να πεισθούμε όλοι να αμυνθούμε, θα πρέπει
να επιλέξουμε και τους τρόπους που θα το κάνουμε. Οι
τρόποι για να το κάνουμε είναι οι ίδιοι τρόποι οι οποίοι
χρησιμοποιούνται για την χειραγώγησή μας. Έχουμε προτάσεις
για αυτό; Εάν δεν έχουμε μια εφημερίδα, αν δεν έχουμε
μία τηλεόραση, αν δεν έχουμε δυνάμεις φίλα προσκείμενες
σε μας, εφημερίδες, τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, γιατί δεν
υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες, εκτός και αν υιοθετήσουμε
συστήματα όχι πρωτοποριακά αλλά πολύ αποτελεσματικά όπως
η door to door ενημέρωση, και εκεί να δείτε πόσες πόρτες
θα φάμε, όπως λέγεται αγοραία. Την επόμενη φορά θα ήμουν
ευτυχής, αν συνεισφέραμε όλοι στο να συζητήσουμε μέσα
που θα ήταν αποδοτικά και επί του πρακτέου, για να μπορέσουμε
να κοινωνήσουμε όχι την ανησυχία, εγώ διέγνωσα σ’ όσους
ομιλητές άκουσα με μεγάλη προσοχή πριν, την απόγνωση
και το τί μέλλει γενέσθαι. Γι’ αυτό που πρέπει να γίνει,
θα χρειαστούν μέσα. Όταν λέω μέσα, εννοώ τα μέσα με την
έννοια την αγγλική του όρου means που είναι και λεφτά
και μέσα ενημέρωσης και πάρα πολύς κόσμος, ακόμα και
όταν αυτός προσφερθεί εθελοντικά. Το θέτω πρακτικά, όπως
συνήθως κάνουν οι γυναίκες στο νοικοκυριό τους, για να
αρχίσουμε να το συζητάμε από σήμερα. Και σας ευχαριστώ
θερμά, πολλά χαιρετίσματα από τις Νέες Χώρες.
Ο κ. Διαμαντίδης ζητά τον λόγο.
Κατ’ αρχάς ζητώ συγνώμη, από τους υπόλοιπους συνομιλητάς
μας για την μικρή παρέμβαση που θέλω να κάνω, αλλά
λένε ότι «τώρα στη βράση κολλάει το σίδερο» και επειδή
η κ. Τοπαρλάκη έδωσε πολύ συγκεκριμένα και δυνατά ερεθίσματα,
τουλάχιστον σε μένα, ήθελα να πάρω την ευκαιρία να
έχω μία άμεση απάντηση. Συμφωνώ καθ’ όλα μαζί της,
ναι, κανένας από εμάς δεν είναι αθώος του τι συμβαίνει
στην κοινή γνώμη, αλλά έρχεται κάποτε η στιγμή που
πρέπει κάποιοι να διαχωρισθούμε και αυτοί που πρέπει
να διαχωρισθούμε είμαστε όλοι μας σε τελική ανάλυση.
Και βέβαια πρέπει να έχουμε μέσα αλλά ποιό είναι το
βασικό και σίγουρο μέσο που αυτή τη στιγμή διαθέτουμε;
Είναι η ψυχική μας δύναμη και η αφοσίωση μας στην ιδέα
να πραγματοποιήσουμε τους στόχους του Παρατηρητηρίου.
Και ξέρετε αυτό το λέω από προσωπική εμπειρία κ. Τοπαρλάκη.
Εγώ κάποτε, το ζήσατε τότε, ως δημοσιογράφος τα ξέρετε,
τα ζήσατε, την υπόθεση Διαμαντίδη, πως ξεκίνησε και
πως εξελίχθηκε. Όταν εγώ ήμουν άδικα φυλακισμένος και
όταν επάνω μου βάραιναν χιλιάδες τόνοι αρνητικότητας
της κοινής γνώμης, με είχαν παρουσιάσει ως το μεγαλύτερο
τέρας όλων των εποχών, ξέρετε τι με βοήθησε να βγώ
από αυτόν τον τάφο με τις έντεκα ταφόπλακες, που ‘λεγα
και εγώ; Η δύναμή μου που προήρχετο από την πεποίθηση
ότι τελικά μπορεί να λάμψει το δίκιο, ίσως με κάποια
μέσα, με κάποιες παρεμβάσεις, έγιναν και κάποια μικροθαύματα,
τα’ χω πει και στον πατέρα Γεώργιο που συνομιλήσαμε,
είναι κάποιες συγκυρίες, αλλά οι συγκυρίες ενεργειακά
κινητοποιούνται από τις δική μας ψυχική δύναμη. ¶ρα,
λοιπόν, αυτή είναι η αρχέγονη δική μας δύναμη. Έχω,
εδώ μπροστά και τον κ. Ναξάκη, έφτασε στα πρόθυρα της
αυτοκτονίας. Του έστελνα μηνύματα εγώ, ψυχικά κυρίως
και λεκτικά και κρατήθηκε. Το αποτέλεσμα ποιό είναι:
επί πέντε χρόνια ο μέγας προδότης, δεν ξέρω τι, κλπ,
κλπ, αθωώθηκε. Όλα αυτά, λοιπόν, ξεκινούν από την δική
μας ψυχική δύναμη. Αυτή τη ψυχική δύναμη που, ως μαγνητικό
ρευστό, αν απλωθεί παντού μπορεί να φέρει τις αλλαγές.
Τα άλλα μέσα σαφώς μας χρειάζονται και θα τα κυνηγήσουμε,
θα τα πετύχουμε, δεν είμαι κατά του πλούτου ή κατά
της ευημερίας αρκεί τον πλούτο να τον αποκτούμε με
την εργασία μας και με την τίμια συνεισφορά μας στην
κοινωνία. Και πιστεύω ότι αυτή η δύναμη είναι η μεγαλύτερη
από όσες υπάρχουν και έτσι, επειδή πιστεύετε και εσείς
ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη επένδυση, πιστεύω ότι δεν
θα διαφωνείτε ότι θα πάει καλά το Παρατηρητήριο. Τόσα
πράγματα πήγαν καλά.
κ.Τοπαρλάκη: Το συμμερίζομαι. «Κι τούτο μεν ποιείν και
εκείνο μη αφιέτω»
κ.
Διαμαντίδης: Και επίσης για να μην καταχραστώ τον
χρόνο ήθελα να κάνω και ένα άλλο σχόλιο πάνω σε όσα είπε
ο αγαπητός συνάδελφος, ο κ. Πατούλης. Ο λόγος του έχει
ειδική βαρύτητα, πιστεύω, διότι είναι Πρόεδρος των Ελευθεροεπαγγελματιών
Γιατρών, των μαχώμενων γιατρών όπως είμαστε και εμείς.
Εμείς οι ελεύθεροι επαγγελματίες αν έχουμε καλή φήμη,
καλή απόδοση δεν θα πεθάνουμε. Αν δεν έχουμε, θα πεθάνουμε.
Έτσι, λοιπόν, είμαστε οι πιο αγνά αγωνιζόμενοι γιατροί,
είμαστε μαχόμενοι, είμαστε στο πεζοδρόμιο. Μας κτυπάει
κάποιος την πόρτα, εάν τον κάνουμε καλά έχουμε κερδίσει.
Εάν δεν τον κάνουμε καλά, έχουμε χάσει. Αν λοιπόν επιβιώνουμε
σήμερα και έχουμε φήμη και αξία, είναι γιατί επενδύουμε
πάρα πολύ προσπάθεια ψυχική και ανανέωσης της γνώσης
για να μπορούμε να ειμαστε ζωντανοί μέσα στο κοινωνικό
σύνολο. Έχει λοιπόν μεγαλύτερη βαρύτητα, πιστεύω ο λόγος
του, διότι είναι και μέλος του Προεδρείου του Ιατρικού
Συλλόγου Αθηνών και του Ιατρικού Συλλόγου του Πανελληνίου.
Και χαίρομαι πάρα πολύ γιατί εμείς έχουμε χτυπηθεί για
αυτό. Όταν λέμε, η ομοιπαθητική, η άλλη ιατρική κλπ δεν
είναι τίποτα που κατέβηκε από τα αστέρια. Η ιατρική είναι
μία και ενιαία, απλώς αλλάζει μορφές εφαρμογής αν θέλετε.
Τι γίνεται όμως; Εκεί που διαφωνούμε είναι όταν η ιατρική
πράξη εφαρμόζεται από μη γιατρούς και η εφαρμογή της
ιατρικής πράξης από μη γιατρούς είναι ένας μηχανισμός
για την αποσάρθρωση του ιατρικού συστήματος. Όταν μπορεί
ο κάθε, ο οποιοσδήποτε επαγγελματίας να πεί «εγώ κάνω
και ομοιπαθητική» και να παραπληροφορεί, να χειραγωγεί
την κοινή γνώμη και μάλιστα αυτή την χειραγώγηση να την
χρησιμοποιούν και κάποιοι που τους βολεύει, ε! τότε αυτό
είναι ένα πράγμα που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Γι’
αυτό και λέμε ότι η ιατρική είναι μία και ενιαία, ο όρκος
του Ιπποκράτη είναι ένας και μόνον, δίδεται από τον ιατρό
και αυτός φέρει την ευθύνη της ιατρικής του πράξης και
ας μην αφήνουμε την κοινή γνώμη να χειραγωγείται, όσον
αναφορά την ιατρική, με παρεισφρύσεις άλλων ανθρώπων.
Όπως κανείς δεν θα μου αναθέσει εμένα την δικηγορική
του υπόθεση, γιατί δεν είμαι δικηγόρος, ή να του κτίσω
το σπίτι, έτσι δεν μπορεί να δίνει κανείς την αποκατάσταση
της υγείας του στα χέρια μη γιατρών. Αυτές τις δύο παρατηρήσεις.
Ζητώ συγνώμη και πάλι. ¶λλωστε εγώ, είδατε στην αρχή
ήμουν και πάρα πολύ σύντομος και ταχύς. Ας εξακολουθήσουμε.
Ευχαριστώ πολύ.