ΔΡΑΣΕ ΤΩΡΑ
Θέλω να γίνω συνεργαζόμενο μέλος του EUR.O.P.O
Θέλω να σας ενημερώσω για θέμα καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Θέλω να μου αποστέλετε δωρεάν στο e-mail μου, τα δελτία ενημέρωσης του EUR.O.P.O
e-mail:
 

Μάκης Γιομπαζολιάς

δημοσιογράφος, μέλος του Δ.Σ της Ελληνικής Δημοκρατικής Εταιρείας, πρώην Δ/ντής ενημερωτικών εκπομπών της Ε.Ρ.Τ και τ. Αρχισυντάκτης της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας»

-Κυρίες και κύριοι,
όταν ένας Έλληνας δημοσιογράφος καλείται σε ένα βήμα να μιλήσει για το φαινόμενο της χειραγώγησης της κοινής γνώμης, νομίζω ότι πρέπει τον λόγου του να προηγείται μεγάλη περίσκεψη και αυτοκριτική διάθεση, αν όχι ντροπή. Ο ομιλών διακατέχεται και από τα δύο αυτά συναισθήματα, παρά το ότι η δημοσιογραφική του γεννιά υπέστη λιγότερο, έως καθόλου, την βασανιστική επιβολή των λογής εξουσιών πάνω στο δημοσιογραφικό τους λόγο ή ακόμα χειρότερα την πιο βασανιστική διαδικασία εθισμού στον αυτολογοκριμένο δημοσιογραφικό λόγο. Ισχυρίζομαι ότι σήμερα στην Ελλάδα, όπου η ελευθεροτυπία και η δημοσιογραφική ελευθεροστομία είναι θεσμοθετημένη ως η μεγαλύτερη που επετράπη ποτέ στην χώρα μας και ασφαλώς από τις μεγαλύτερες που ισχύουν διεθνώς, δεν συμβαίνει να ισχύει στην πράξη αυτό που η νομοθεσία πράγματι επιτρέπει. Η ελευθεροτυπία δηλαδή και η ελευθεροστομία του δημοσιογράφου είναι άνετη στις νομοθετικές προβλέψεις, αλλά πολύ περιορισμένη στην πραγματικότητα. Για να πάμε στην ουσία του σημερινού προβληματισμού που δεν είναι, αν μου επιτρέπεται, το αν υπάρχει χειραγώγηση μέσω των Μ.Μ.Ε ή και ανεξαρτήτως αυτών, αλλά σε ό,τι αφορά τα Μ.Μ.Ε, ποιά είναι η αιτία που χρησιμοποιούνται για αυτή τη χειραγώγηση. Πως συμβαίνει λοιπόν αυτό, να επιτρέπονται όλα θεσμικά, και να μην συμβαίνουν, να μην λειτουργούν στην πραγματικότητα όπως επιτρέπονται από τους νόμους; Κατά την γνώμη μου για τέσσερις κατά βάση λόγους συμβαίνει αυτό.
Πρώτον, διότι οι εργοδότες, οι κυρίαρχοι δηλαδή των εφημερίδων, των περιοδικών, των ραδιοφώνων και ιδίως των τηλεοπτικών καναλιών είναι ταυτόχρονα σήμερα κυρίαρχοι της επιχειρηματικής, της οικονομικής δηλαδή, και εν πολλοίς της πολιτικής εξουσίας στον τόπο μας. Εάν είναι αληθές ότι οι παλαιοί εκδότες επηρεάζαν τότε τα πολιτικά πράγματα, και είναι αληθές, είναι εξίσου και περισσότερο αληθές ότι οι σημερινοί πολυ-επιχειρηματίες, αυθέντες των μέσων μαζικής επικοινωνίας και εργοδότες, επομένως των δημοσιογράφων, εξουσιάζουν πραγματικά και την επιχειρηματική ζωή και την πολιτική εξουσία μέσω των αφανών διαδικασιών της περιβόητης διαπλοκής. Οι δημοσιογράφοι, λοιπόν, γνωρίζουμε ότι δεν κινούμαστε μεταξύ της λαοπρόβλητης εξουσίας και των ισχυρών εργοδοτών μας, αλλά ενεργούμε μεταξύ των πραγματικά εξουσιαστών-εργοδοτών μας και της διαπλεκόμενης με αυτούς πολιτικής εξουσίας. Περί αυτού πρόκειται. Έτσι είναι ελάχιστοι, κατά την γνώμη μου, οι δημοσιογράφοι που έχουν το σθένος και την αντοχή να επιβιώνουν επαγγελματικά πηγαίνοντας κόντρα στους πραγματικούς εξουσιαστές του τόπου, εάν αυτό απαιτεί η επαγγελματική τους συνείδηση, ως λειτουργών της ενημέρωσης του λαού.
Δεύτερος λόγος, κυρίες και κύριοι για τον οποίο η θεσμοθετημένη έως πολύ άνετη στη χώρα μας ελευθεροτυπία και ελευθεροστομία των δημοσιογράφων είναι στην πραγματικότητα κάλπικη και υπονομευμένη, είναι το γεγονός ότι οι πηγές πληροφόρησης που χρησιμοποιούν οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι, οι περισσότεροι από αυτούς, είναι και στην χώρα μας πλέον -όπως και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου- οφείλουμε να πούμε, χώροι, επιχειρήσεις και μέσα που ανήκουν ιδιοκτησιακά, άμεσα ή έμμεσα και πάντως επηρεάζονται αποφασιστικά από τους ίδιους επιχειρηματίες που ελέγχουν και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας στα οποία οι δημοσιογράφοι εργάζονται. Έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις το πληροφοριακό υλικό που παίρνουν από τις πηγές αυτές οι δημοσιογράφοι, για να το αξιοποιήσουν και να δώσουν την δική τους πληροφορία στο κοινό, είναι διαμορφωμένο από τις επιδόσεις των ίδιων των εργοδοτών τους ή διαπλεκόμενων με αυτούς κέντρων. Γνωρίζετε, ασφαλώς, ότι στις μέρες μας για πολλούς λόγους που σχετίζονται και με την ταχύτητα ροής και μετάδοσης των πληροφορίων, αλλά και με την παρέμβαση των σύγχρονων τεχνολογικών μέσων στην πληροφοριακή διαδικασία, το κλασσικό ρεπορτάζ όπως λέγαμε, η ζωντανή δηλαδή αναζήτηση της αυθεντικής πληροφορίας στον τόπο των γεγονότων, έχει σχεδόν εκπλείψει. Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι ενημερώνονται για τα γεγονότα, στις περισσότερες των περιπτώσεων έμμεσα, δηλαδή από παράγοντες, διαδικασίες και πηγές που μεσολαβούν μεταξύ των γεγονότων και των δημοσιογράφων. ¶ρα, είναι εύκολο το φιλτράρισμα των πληροφοριών και τα φίλτρα ανήκουν σε εκείνους ή επηρεάζονται αποφασιστικά από εκείνους στους οποίους ανήκουν και τα Μ.Μ.Ε στα οποία οι δημοσιογράφοι παραδίδουν το πληροφοριακό τους υλικό. Είναι προφανές το κομφούζιο και η δυνατότητα στρέβλωσης της προς τα έξω άνετης και νομοθετικά υποστηριζόμενης ελευθεροτυπίας, υποτίθεται, και ελευθεροστομίας.
Ο τρίτος λόγος, κυρίες και κύριοι, της κάλπικης και νοθευμένης ελευθεροτυπίας και ελευθεροστομίας στη χώρα μας, όπως και σε άλλες πολλές – να το λέμε συνέχεια αυτό, γιατί η περιβόητη παγκοσμιοποίηση δεν έχει εξαιρέσει την πληροφόρηση – ο τρίτος λοιπόν λόγος, είναι το επίπεδο του δημοσιογραφικού ανθρώπινου δυναμικού, από πλευράς εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης, ευρύτητας προσωπικών επαφών, κοινωνικού κύρους, οικονομικών αναγκών και τελικά ανθρώπινης αντοχής. Ασφαλώς, δεν τιμά την επαγγελματική μου οικογένεια αυτό που λέω. Αλλά πιο άτιμο νομίζω ότι είναι να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας. Να σας πώ ένα πράγμα μόνο. Παλαιότερα ήταν συντριπτικά περισσότεροι οι δημοσιογράφοι, που αν και λιγότερο μορφωμένοι ακαδημαϊκά, είχαν μεγαλύτερο κύρος, μεγαλύτερη προσωπική δύναμη, μεγαλύτερη πρόσβαση στα ίδια τα γεγονότα και στις αυθεντικές πηγές για αυτά. Κυρίως όμως μπορούσαν να ζούν τις οικογένειές τους έχοντας μία δουλειά και άντε μία ακόμη δευτερεύουσα. Ήταν άλλωστε και το επίπεδο της οικονομικής ζωής και των καθημερινών αναγκών διαφορετικά. Σήμερα, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι, αν και πιο πολλοί είναι σήμερα περισσότερο ακαδημαϊκά μορφωμένοι, είναι άτομα χαμηλότερου κύρους, καθίστανται δέκτες φιλτραρισμένου πληροφοριακού υλικού και από το ακριβότερο επίπεδο αναγκών της καθημερινής ζωής χρειάζεται να έχουν τουλάχιστον δύο ή και περισσότερες φανερές και ίσως και άλλες αφανείς πηγές εισοδήματος για να τα βγάζουν πέρα με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Είναι, λοιπόν, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι σήμερα, κατά την γνώμη μου, περισσότερο ευάλωτοι στην αυτολογοκρισία, η οποία ενώ δεν μπορεί να κατηγορηθεί -αφού αποτελεί προσωπική επιλογή επιτέλους- έστω και αναγκαστική, καθιστά πάντως γράμμα κενό την νομοθετικά κατοχυρωμένη και υποτίθεται μέγιστη άνεση ελευθεροτυπίας και ελευθοροστομίας.
Και ο τέταρτος λόγος της κάλπικης ελευθεροτυπίας είναι, κατά την γνώμη μου κυρίες και κύριοι, η ίδια η εξέλιξη του δημοσιογραφικού μέσου και του δημοσιογραφικού λόγου που έχει μπερδέψει την είδηση με το σχόλιο, το σχόλιο με την υπερβολή και την υπερβολή με τον κιτρινισμό και την ισοπέδωση των πάντων. Σ’ αυτή την κατάσταση συνέβαλε η κατάργηση του ενημερωτικού χώρου από το μέσο της άμεσης και δια της εικόνας πληροφόρησης, που είναι η τηλεόραση, με τα καλά του και τα άσχημα. Και το γεγονός ότι οι χωρίς κανόνες ιδιωτικοποίηση των περισσοτέρων Μ.Μ.Ε, που ονομάστηκε άκριτα «απελευθέρωση της πληροφόρησης από τα δεσμά της κρατικά ελεγχόμενης», οδήγησε στην εμπορευματοποίηση της πληροφόρησης, στην επιδίωξη επιχειρηματικών υπερκερδών ή εξουσιαστικών διαπλοκών από αυτήν, στον χωρίς αρχές και όρια ανταγωνισμό και τελικά στην αντικατάσταση της ενημέρωσης από το λαϊκίστικο show του απόλυτου κιτρινισμού.
Αυτό, κυρίες και κύριοι, είναι κατά την γνώμη μου, το πραγματικό πρόσωπο και η καθημερινή λειτουργία της «μεγαλύτερης απο ποτέ ελευθεροτυπίας και ελευθεροστομίας» που πράγματι ζούμε σήμερα στη χώρα μας και σε άλλες χώρες, βεβαίως. Παγκοσμιοποιημένο προϊόν, είπαμε, είναι πλέον και η πληροφόρηση. Εάν σε αυτή την ενημέρωση, προσθέσετε και τα υποπροϊόντα ψυχαγωγίας και κουλτούρας που μας σερβίρονται, κυρίως από τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια του επιχειρηματικού ανταγωνισμού της διαπλοκής, τότε έχετε ολόκληρη την ομελέτα της χειραγώγησης της κοινής γνώμης, δηλαδή αυτό που μας απασχολεί εδώ σήμερα. Διότι είναι προφανές ότι η φιλτραρισμένη κατάλληλα ενημέρωση, πολύ περισσότερο όταν έχει γίνει πιά reality show, η βλαχομπαρόκ ψυχαγωγία του κακόγουστου, ημίγυμνου, η κίτρινη εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου, της ανθρώπινης διανοητικής ανεπάρκειας, η προβολή κατασκευασμένων προτύπων της πλάκας, της τσόντας και της τεμπελιάς και η επιτηδευμένη υποκουλτούρα της πεντάρας, αποτελούν τα καλύτερα και ανετότερα οχήματα της πολυποίκιλης χειραγώγησης που υφίσταται σήμερα η κοινή γνώμη στη χώρα μας. Με ελάχιστες δυνατότητες να την αποφύγει, όταν αυτά τα Μ.Μ.Ε και κυρίως η τηλεόραση είναι τα κύρια μέσα ενημέρωσης, ψυχαγωγίας και κουλτούρας μας και οι ώρες που κάθονται μπροστά στην τηλεόραση οι περισσότεροι Έλληνες πλησιάζουν να είναι για πολλούς το 1/3 της καθημερινής τους ζωής. Μπορεί, κυρίες και κύριοι, αρκετοί, ακόμα και μεταξύ σας να θεωρούν αυτές τις απόψεις υπερβολικές και ακραίες. Δεν είναι όμως. Είναι καταστάλαγμα εμπειριών μίας περίπου σαραντάχρονης πορείας σε αυτό το επάγγελμα. ¶λλωστε, δεν αρνήθηκα απ’ αρχής ότι υπάρχουν εξαιρέσεις από το χάος και σ’ αυτό το χάλι. Υπάρχουν και είναι τιμητικές. Και μεταξύ των δημοσιογράφων και μεταξύ των μέσων. Αλλά ώς εξαιρέσεις, όπως όλες οι εξαιρέσεις, υπογραμμίζουν τον γενικό κανόνα. Δεύτερον, ας σκεφτούμε κάτι απλό και σαφές. Κατηγορούσαμε -και δικαίως- τα κρατικά μέσα ενημέρωσης ότι παρουσίαζαν στρεβλή την πραγματικότητα που ζούσαμε και απέκρυπταν τις κρατικές πομπές. Σωστό, αν και αφού ζούσαμε την πραγματικότητα, εμείς οι πολίτες, μπορούσαν να μην την λένε, αλλά δεν μπορούσαν να μας την κρύψουν, αφού ήταν η ζώσα πραγματικότητα που την βλέπαμε καθημερινά. Έτσι τα τα κατηγορούσαμε μόνο γιατί δεν την έλεγαν. Σήμερα τα πολλά ιδιωτικά Μ.Μ.Ε, ιδίως δέ τα τηλεοπτικά κανάλια, δεν κρύβουν την ζώσα πραγματικότητα, την δείχνουν, είτε αποκρύπτουν όμως ή στρεβλώνουν τις αιτίες και τους υπαίτιους της, είτε στρεβλώνουν με δόσεις την πληροφόρηση που μας δίνουν ως προς αυτά. Ακόμα και τις κρατικές πομπές μας τις γνωστοποιούν κατά το ποσοστό και κατά τον τρόπο που επιβάλλει κάθε φορά το είδος και το μέγεθος της διαπλοκής εξαφανίζοντας ο,τιδήποτε θα επιβάρυνε την θέση της οικονομικής ολιγαρχίας που κατέχει τα Μ.Μ.Ε και κυρίως τα τηλεοπτικά κανάλια.
Με όλα αυτά τα δυσάρεστα το ερώτημα είναι βασανιστικό και έντονο. Έχει κανένα νόημα και καμία τύχη οποιαδήποτε προσπάθεια αποτροπής αυτού του κακού που σαφώς διευκολύνει, αν δεν οδηγεί, στην χειραγώγηση της κοινής γνώμης; Έχει τελικά νόημα και μπορεί να έχει κάποιο αποτέλεσμα για παράδειγμα, η απόπειρα που γίνεται εδώ, η δημιουργία του Παρατηρητηρίου για την Κοινή Γνώμη και για αποτροπή της χειραγώγησής της, ή μήπως ματαιοπονούμε; Θα σας πώ την γνώμη μου. Πέραν από το γενικώς ισχύον ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, όλα αυτά τα πολυδαίδαλα συστήματα χειραγώγησης έχουν πάντοτε τις ρωγμές τους, ακριβώς επειδή είναι πολυδαίδαλα. Και είναι πολυδαίδαλα για να προσπαθούν να κρύβουν τον πραγματικό αυταρχισμό τους. Αξιοποιώντας λοιπόν αυτές τις ρωγμές, και στηριζόμενοι στο δικαιϊκό σύστημα που ονομαστικά τουλάχιστον δεν πάσχει, μιά συστηματική και μεθοδική προσπάθεια μπορεί να αναδείξει και να αποδείξει τις πομπές των λογείς χειραγωγών. Και ανοίγοντας τις υπαρκτές ρωγμές να φτάσει ή να προσπαθήσει να φτάσει στο σπάσιμο του αποστήματος, μερικά ή ολικά. Η προσπάθεια, έστω και δύσκολη, αξίζει τον κόπο να γίνει και έχει ελπίδες να πετύχει με μιά βασική προϋπόθεση. Ότι οι άνθρωποι που θα αναλάβουν αυτή την προσπάθεια θα είναι γνώστες του προβλήματος, θα είναι ειλικρινείς, θα είναι αποφασισμένοι και κυρίως θα έχουν αντοχή όταν θα χτυπηθούν, γιατί θα χτυπηθούν. Ασπίδα γι’ αυτό είναι το να είναι πολλοί κατ’αρχήν, και από αυτούς οι περισσότεροι, όσο και αν φαίνεται παράξενο, καλό θα είναι να μην έχουν πρόβλημα επαγγελματικής και οικονομικής επιβίωσης. Κυρίως, όμως, πρέπει να μπορούν να απευθύνουν τις αποκαλύψεις τους στον ίδιο τον λαό, χωρίς την μεσολάβηση των Μ.Μ.Ε που έχουν έτσι αλωθεί. Αυτό είναι κάτι που θέλει μελέτη, προσπάθεια, ευρηματικότητα και κότσια. Και είναι προς το παρόν ζητούμενο στην ανεύρεση του οποίου πρέπει το δημιουργούμενο Παρατηρητήριο να δώσει, κατά την γνώμη μου, αρχικα το μεγάλο βάρος της δουλειάς του.
Κυρίες και κύριοι, αναλώθηκα σε αναφορές στα Μ.Μ.Ε, στην προβληματικότητά τους και στον χειραγωγό ρόλο τους. Υπάρχουν ασφαλώς και άλλα μέσα και άλλοι τρόποι χειραγώγησης στην εποχή μας, και υπήρχαν πάντα. Ο κακός δάσκαλος και η κακή παιδεία, ο κακός παπάς και η στρεβλωμένη εκκλησία, ο κακός αξιωματικός και η κακή στρατιωτική θητεία, ο κακός γιατρός και η εξωνημένη ιατρική, ο κακός δικηγόρος και ο κακός δικαστής και η στρεβλή απονομή της δικαιοσύνης, ο κακός νοούμενος αθλητισμός και οι αθλητικές επιχειρήσεις με τους χουλιγκανοποιημένους οπαδούς, ακόμα και ένας κακός εξωραϊστικός σύλλογος με φανατικά μέλη. Και δεν χρειάζεται καμμιά συζήτηση για τις στρεβλώσεις των δημοσκοπήεων, που γίνονται από κακούς δημοσκόπους. Κανένας όμως από αυτούς και από αυτά που μπορούν αντικειμενικά να χειραγωγούν δεν μπορεί στις μέρες μας να καταφέρει τους κακόβουλους στόχους χωρίς αυτοί και αυτά να μην χρησιμοποιούν τα Μ.Μ.Ε ως οχήματα προβολής και ως μέσα επιδίωξης. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Διότι τα μέσα αυτά είναι που απευθύνονται απολύτως στον μαζάνθρωπο και τον επηρεάζουν καίραια. Γγια δικούς τους ή για αλλότριους σκοπούς. ¶ρα η μάχη είναι κυρίως εκεί, στην αποκατάσταση δηλαδή της λειτουργίας και της ουσίας των Μ.Μ.Ε στην χώρα μας και στην επαναρρύθμιση του, απολύτως και υπαίτια, απορρυθμισμένου τηλεοπτικού κυρίως τοπίου.
Εύχομαι η προσπάθεια που αναλαμβάνεται σήμερα εδώ, με το Παρατηρητήριο που δημιουργείται, να συμβάλλει αποκλειστικά προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι κάτι που το έχουμε όλοι μας ανάγκη για την ανθρωπιά μας, για την αξιοπρέπειά μας, για την υπόστασή μας, για τον πολιτισμό μας και για τα παιδιά μας. Σας ευχαριστώ πολύ.

 



© 2004 EUR.O.P.O All rights reserved.