Αγγελος
Βότσης
φαρμακοποιός,
μέλος της Κ.Ε. του Δημοκρατικού Κόμματος Κύπρου και
Δημοτκός
Σύμβουλος του Δημοκρατικού Κόμματος Δήμου Λεμεσού
Θέλω να ευχαριστήσω την Ελληνική Γραμματεία Ομοιοπαθητικής
για την πρόσκληση και να ευχηθώ οι σκοποί και οι στόχοι
του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου της Κοινής Γνώμης να πραγματοποιηθούν
το συντομότερο δυνατόν. Η δική μου κατάθεση στη σημερινή
σύναξη έχει να κάνει με την πρόσφατη εμπειρία που έζησα,
όχι μόνον εγώ, αλλά και ολόκληρος ο Κυπριακός Ελληνισμός,
σε σχέση με την επιλογή που έπρεπε να κάνουμε για το
κεφαλαιώδης θέμα για κάθε Έλληνα της Κύπρου, για το θέμα
της επίλυσης του Κυπριακού προβλήματος. Όπως γνωρίζετε,
πριν 15 μέρες είχαμε οδηγηθεί σε ένα δημοψήφισμα. Ένα
δημοψήφισμα κατά το οποίο, σύμφωνα με τους όρους των
δημιουργών αυτού του παιχνιδιού, είχαμε δικαίωμα να επιλέξουμε
ελεύθερα μεταξύ δύο επιλογών. Αν μας ικανοποιούσε δηλαδή
ή όχι το συγκεκριμένο σχέδιο για την επίλυση του Κυπριακού
προβλήματος, μια απόφαση που θα δέσμευε εμάς, τα παιδιά
μας, αλλά και τις επερχόμενες γενεές. Φέρνω στη μνήμη
μου τα όσα περάσαμε το διάστημα πριν το δημοψήφισμα και
ειλικρινά ανατριχιάζω. Δυστυχώς, παρόμοια γεγονότα εξακολουθούν
μέχρι και σήμερα αλλά με μειωμένη ένταση. Εξηγώ τί εννοώ,
διαβάζοντας και παραλληλίζοντας με τον πρώτο σκοπό του
Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου της Κοινής Γνώμης. «Έχει σκοπό
να αγωνίζεται για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,
της ελευθερίας της έκφρασης και των δικαιωμάτων του ανθρώπου,
ακόμα δε της αλήθεια και του δικαίου σε κάθε περίσταση
και κυρίως από πράξεις που έχουν στόχο τη χειραγώγηση
της κοινής γνώμης». Στην Κύπρο, αγαπητοί μου, το τελευταίο
δίμηνο, η προσπάθεια εκφοβισμού και χειραγώγησης της
κοινής γνώμης είχε πάρει μορφή διατριβής για τους σχεδιαστές
της, η έννοια δε του δικαίου πήγε στον κάλαθο των αχρήστων.
Αυτό, δυστυχώς, δεν γινόταν μόνο από τους ντόπιους υποστηρικτές
του Ναί ή του Οχι κατά την δική τους εκδοχή, οπότε θα
μπορούσε κάποιος να το εντάξει σε μία εσω-Κυπριακή αντιπαράθεση,
όπου πριν από κάθε ψηφοφορία μπορεί κάποιος να ισχυριστεί
ότι όλοι προσπαθούν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη
υπέρ των θέσεων τους, του ενός ή του άλλου, χωρίς φυσικά
να επηρεάζονται η αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα του ανθρώπου.
Στην Κύπρο στο δίμηνο που πέρασε κυριάρχησε η κινδυνολογία
με πρωταγωνιστή την μόνη υπερδύναμη, τις Η.Π Α τους εκπροσώπους
του διεθνούς δικαίου -Κόφι Ανάν και Ντεσότο- τους Βρετανούς,
την Ευρωπαϊκή Ένωση, μη εξαιρουμένων δυστυχώς και κάποιων
αδελφικών ελλαδικών φωνών. Το μήνυμα ήταν ένα και ξεκάθαρο.
Είναι η τελευταία σας ευκαιρία, δεν θα ασχοληθεί κανείς
μαζί σας στο μέλλον, αν πείτε όχι κινδυνεύει η ένταξη
της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και το ψευδοκράτος τουλάχιστον
θα αναγνωριστεί από κάποια σημαντικά κράτη, τουλάχιστον.
Και είναι εδώ που θα μπορούσε να βοηθήσει η ύπαρξη μιας
αντικειμενικής φωνής η οποία θα μπορούσε, διαβάζω την
δήλωση του Παρατηρητηρίου: «να συλλέγει, να καταγράφει,
να αναλύει πληροφορίες σχετικά με περιστατικά που καθίστανται
θέματα της κοινής γνώμης από σκοπιά πολιτική, κοινωνιολογική
κλπ και να εξάγει τεκμηριωμένα συμπεράσματα». Διαβάζω
και τον τέταρτο σκοπό «να δρά ώς διαχειρηστής των πληροφοριών
και συμπερασμάτων γνωστοποιώντας τα στην κυβέρνηση, σε
ενδοκυβερνητικούς μηχανισμούς, σε αρμόδιους και θεμιτούς
φορείς, στα Μ.Μ.Ε και ευρύτερο κοινό γενικότερα». Διαβάζω
και τον έκτο σκοπό: «να ευαισθητοποιεί το κοινό σε θέματα
καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδιαίτερα δε αυτά
που αφορούν την ελευθερία της έκφρασης, της σκέψης, της
συνείδησης και της θρησκείας και να συμβάλει στην καταπολέμηση
του υπαρκτού απομονωτισμού που παράγει μη ενεργούς πολίτες».
Καταθέτω, λοιπόν, σήμερα την δική μου εμπειρία, ότι δηλαδή
μία βδομάδα πριν την ένταξη της μικρής μου πατρίδας στην
Ευρωπαϊκή Ένωση, με τους καλύτερους δείκτες μεταξύ των
νέων τότε υπό ένταξη χωρών, έχω υποστεί μία άνευ προηγουμένου
πίεση και έχω δεχθεί απίστευτες πιέσεις για να επιλέξω
μόνο τη μία από τις δύο επιλογές που θεωρητικά μου έδιναν,
την επιλογή του Ναί. Καθημερινά μας βομβάρδιζαν, όχι
με βόμβες, όπως αυτές που βομβαρδίζουν το Ιράκ, αλλά
με άλλου είδους όπλα, ψυχολογικού πολέμου, με στόχο να
μας πλήξουν την συνείδηση. Είχαν στόχο να πλήξουν κάθε
ίχνος προσωπικής αλλά και εθνικής μας αξιοπρέπειας, ώστε
οι ενδιάμεσες αντιστάσεις του λαού μας στη λύση που μας
πρότειναν να εκμηδενισθούν. Αυτό μπορεί, για κάποιον
που δεν το έχει ζήσει, να μην είναι τόσο κατανοητό. Θα
προσπαθήσω, πολύ σύντομα, να σας βάλω μέσα στο σκηνικό
στο σύντομο χρόνο που διαθέτω. Σκεφτείτε λοιπόν, για
29 χρόνια, σχεδόν 30, να είσαι μάρτυρας μιάς αδικίας
και μιάς κατοχής για την οποία η Διεθνής Κοινότητα να
κάνει τα στραβά μάτια και μιά μέρα να έρχονται όλοι,
εχθροί και φίλοι, και να μας λένε ότι μας βρήκαν τη λύση
του προβλήματος. Αυτή όμως η λύση όχι μόνο δεν κρινόταν
από τον λαό μας σαν δίκαιη, οπότε θα την δεχόμασταν,
είπαμε ότι αρχίσαμε να το δεχόμαστε ότι δεν θα ήταν δίκαιη
λύση, αλλά τουλάχιστον αναμέναμε να ήταν λειτουργική
και βιώσιμη. Δυστυχώς όμως ο λαός έκρινε ότι η λύση που
του προτεινόταν δεν ήταν, εκτός από δίκαιη, δεν ήταν
ούτε λειτουργική, ούτε βιώσιμη. Στην προσπάθεια μας να
την κάνουμε βιώσιμη και λειτουργική, δυστυχώς, η Διεθνής
Κοινότητα και πάλι κοιτούσε αλλού, με αποτέλεσμα στη
Λουκέρνη και υπό διαιτησία του Κόφι Ανάν να είναι και
πάλι υπέρ της πλευράς της Τουρκίας, υπέρ των συμφερόντων
της Τουρκίας, ουτε κάν των Τουρκοκυπρίων. Παρ’ όλα αυτά
η εργολαβία επηρεασμού της κοινής γνώμης και η προσπάθεια
επηρεασμού της συνείδησης των Ελλήνων της Κύπρου έπαιρνε
τη διάσταση μοναδικού εκβιασμού. Προσπάθησαν να ευαισθητοποιήσουν
τον λαό μας και ιδιαίτερα όλους όσοι υποτίθεται θα επιστρέφαμε
στα σπίτια μας μετά από 29 χρόνια. Και σας διαβεβαιώ
αγαπητοί μου φίλοι, ότι δεν ήταν εύκολο για μας να γυρίσουμε
την πλάτη σε όσα μας επροσφέροντο, έστω και στα χαρτιά.
Πρώτη φορά στη ζωή μου, όχι μόνο εγώ, όλοι οι Κύπριοι
το νιώσαμε, και στην ενασχόλησή μου με τα κοινά, τη διλήμματα
που τίθενται ενώπιόν μου ήταν τόσο βασανιστικά. Από τη
μιά το Ναί, που ήταν η τελευταία ευκαιρία, θα έφερνε
σημαντικό αριθμό από εμάς στα σπίτια μας και στις περιουσίες
μας, θα έφερνε την ευημερία και την οικονομική άνθιση
στην Κύπρο. Από την άλλη το Οχι, το Οχι της αντίστασης
στην αδικία, το Οχι για να μην αφήσουμε στο παρα-ένα
την ένταξή μας στην Ενωμένη Ευρώπη, το Οχι της εθνικής
και της ατομικής μας αξιοπρέπειας. Τελικά, κατά τρόπο
δυναμικό και αποφασιστικό, ο λαός της μικρής μου πατρίδας
απάντησε με ένα ηχηρό Οχι στα ψευτο-διλήμματα που ετίθονται
ενώπιον του. Οφείλω να δηλώσω ότι το όχι μας δεν είχε
να κάνει με την διάθεση μας για λύση, αλλά αναφερόταν
στην απόρριψη του συγκεκριμένου σχεδίου που είχαμε ενώπιόν
μας. Ο λαός μας εξακολουθεί να αναζητά την λύση του προβλήματός
μας και ελπίζει ότι η Κύπρος, σαν ευρωπαϊκή πλέον χώρα
και με την συμπαράσταση της Ελλάδας θα επιτύχει να λύσει
το πρόβλημά της με μία λύση δίκαια, βιώσιμη και λογική.
Κλείνω την εισήγησή μου σημειώνοντας ότι αυτό το ηχηρό
Οχι ίσως να ήταν και μία αξιοπρεπής απάντηση στην προσπάθεια
επηρεασμού της συνείδησης του Κυπριακού Ελληνισμού και
στην άνευ προηγουμένου προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής
γνώμης στην Κύπρο. Σας ευχαριστώ.